ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΙΝΕΜΑ

orfeus
Βλέποντας τις παλιές ελληνικές ταινίες κάθε απόγευμα στη ΝΕΡΙΤ θυμάμαι τους κινηματογράφους που είχαν τα Βάτικα από τη 10ετία του 1950.
Οι αδελφοί Μπιλλίνη έφεραν τον πρώτο κινηματογράφο. Στην αρχή σαν καλοκαιρινός στην ταράτσα τους πάνω από το Ελαιουργείο – Ηλεκτρική και Παγοποιείο τους: Εκεί τελείωσε μετά το 1970 περίπου: ο χειμερινός στεγάστηκε στην αρχή στου Χασάναγα στο πρώτο Σούπερ Μάρκετ του Άγγελου Παπούλη και μετά στην παραλία, Αλέκου Γκούβερη δίπλα στο Λιμεναρχείο. Όταν ο Δημητράκης και ο Νίκος εντάχθησαν στη ΔΕΗ ο Γιώργος Τσαλαβούτας ανέλαβε τον κινηματογράφο αυτό. Αγόρασε και άλλους και με δύο αμάξια τύπου ΒΑΝ έκανε προβολές στα μεγάλα χωριά Δαιμονιά, Ελίκα, Μονεμβάσια κ.λπ. μέχρι το Γεράκι. Ο Π. Αρίφης, οι Δημήτρης και Γιάννης Τσαλαβούτας, ο Σπύρος Μιχαηλίδης, ο Π. Βρανάς, ο Θανάσης Κουντουρόγιαννης παρήλασαν σαν οδηγοί και χειριστές.
Επίσης για λίγα χρόνια από το 1959 ο Ψαρρονικολής είχε το ΣΙΝΕ ΑΝΕΤΑ χειμερινό στου Παναγ. Μέντη πριν γίνει φούρνος και ο Νίκος Κοτσώνης χειμερινό στο κτίριο του, εκεί που στεγαζότανε η ΔΥΟ Νεάπολης. Εκτός από τη Νεάπολη κινηματογράφο είχαν ο Άγιος Γεώργιος με τον Μαυρομμάτη και ο Άγιος Νικόλας με τον Σπυράκο.
Αν αναλογιστεί κανείς πόσα χρήματα έχουν ξοδεύσει το κράτος, οι δήμοι και οι κοινότητες, η ΕΡΤ και οι διάφοροι σύλλογοι για την ψυχαγωγία των Ελλήνων, οι τότε κινηματογραφιστές της επαρχίας θα έπρεπε να είχαν πάρει το μεγαλύτερο βραβείο προσφοράς. Εγώ θ’ αναφερθώ στο θερινό των Μπιλλίνη και Τσαλαβούτα.
Από τη δύση του ήλιου άρχιζε με τραγούδια από το μεγάφωνο. Οι παλιού θα θυμούνται τη Μυρτιά του Θοδωράκη, τη Γλυκιά Μαντόνα του Μακούλη, το Γαρύφαλλο στ’ Αυτί κ.λπ. Στα ενδιάμεσα η ανακοίνωση από το Νίκο «Απόψε ο Φρουρός της ψυχαγωγίας σας, σας παρουσιάζει το αριστούργημα της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ κ.λπ. ώρα ενάρξεως 9 ακριβώς».
Σαν πλησίαζε η ώρα προβολής άδειαζε η αγορά. Ειδικά όταν η ταινία ήταν καλή. Εμείς πιτσιρίκια άμα εξοικονομούσαμε το εισιτήριο και ανεβαίναμε στην ταράτσα νομίζαμε ότι πετούσαμε στον έβδομο ουρανό.
Την άλλη ημέρα η ταινία στις διάφορες εργασίες, κρεμμύδια, φυστίκια, ελιές κ.λπ. ήταν το κυριότερο θέμα. Ο τυχερός που την είχε δει έπρεπε να την περιγράψει με λεπτομέρεια. Οι γυναίκες είχαν χωριστεί σε ομάδες. Με τον Κακαβά, τον Μπάρκουλη, τον Φούντα, τον Καμπανέλη κ.λπ. όλες όμως είχαν συμπαθούσαν τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Στις γυναίκες ξεχώριζε με διαφορά η Βουγιουκλάκη και μετά η Καρέζη, η Φόνσου. Οι μισητοί ήταν ο Αρτέμης Μάτσας, ο Στέφ. Στρατηγός, ο Ανέστης Βλάχος, η Έφη Οικονόμου, η Μαλαίνα Ανουσάκη, η Τάσω Καββαδία.
Στην ταράτσα οι περισσότεροι είχαν τη θέση τους: είναι δύσκολο λέω, ο Έλληνας ν’ αλλάξει την καρέκλα στο καφενείο, στην εκκλησία και παλιά στο κινηματογράφο. Ο Μπαρμπα Νίκος ο Γιαλελής με το γιο του Μήτσο, που τους άρεσαν τα καουμπόικα είχαν τις δύο πρώτες θέσεις δυτικά στον εξώστη. Ο Γιατρός Ανδρόνικος όπως βγαίναμε από τις σκάλες δεξιά, ώστε να τον βρίσκουν εύκολα. Ο Μπαρμπα Ντιντής με τον Αχιλλέα κοντά στην οθόνη ν’ ακούνε καλύτερα.
Ένα βράδυ που η ταινία δεν ήταν από τις εμπορικές και δεν είχε κόσμο, παρά τις ανακοινώσεις, σηκώνεται ο Γιατρός Ανδρόνικος και λέει: «Νίκο, γιατί δεν αρχίζουμε; Εδώ είναι η Αντωνία με το Χρήστο, ο Τζερεφός ο Κοσμάς και ο Παναγιώτης (Αφοί Τζερεφού), ο Γιαλελής, δεν περιμένουμε άλλους.»
Ο κόσμος ζούσε με πάθος και αγωνία την υπόθεση του έργου, όταν μάλιστα ήταν δράμα το δάκρυ έτρεχε ποτάμι. Πολλές φορές ξέσπαζε σε χειροκροτήματα ή έδινε κουράγιο στους πρωταγωνιστές. Στο Αμαξάι με τον Ορέστη Μακρή, όταν ο Σ΄τεφανος Στρατηγός προσπαθεί να παρασύρει την ορφανή Σμαρούλα Γιούλη, η θεία μου η Γωγώ δεν κρατήθηκε και λέει: «Μη στέκεσαι μπόσικη, πρόσεχε την τιμή σου». Ο Θ.Α. βλέποντας τον Φλερύ με τη Λίντα Άλμα και το μπαλέτο τους να χορεύουνε, ενθουσιάστηκε και λέει «αυτές είναι γυναίκες, όχι κούτσουρα σαν τις δικές μας». Όταν ο Τάσος αργούσε να πάει να συναντήσει την Γκόλφω και αυτή απελπισμένη ετοιμαζότανε να πάρει δηλητήριο, φωνάζει: «Μην το παίρνεις το ρημάδι, έρχεται.»
Πριν την ταινία είχαμε τα επίκαιρα της Περλ και Ντιν και ορισμένες διαφημίσεις. Σε μια απ’ αυτές των τσιγάρων Καρέλια, που τελείωνε: Γενικός Αντιπρόσωπος Βοιών Ιωάννης Κ. Γκούβερης, τηλέφωνο 202. Τέσσερα Παπουλάκια (Γιώργος – Άγγελος – Μιχάλης και Γιάννης) που καθόντουσαν μπροστά, σηκώνονται όρθια με τα χέρια ψηλά φωνάζοντας «το τηλέφωνό μας, το τηλέφωνό μας». Ο διαφημιστής αντί για το 223 του Γκούβερη είχε καταχωρήσει το 202 του Κώστα.
Ο Μπαρμπα Νίκος ο Γιαλελής τα καουμπόικα τα έβλεπε και δύο φορές. Κάποτε που ινδιάνοι είχαν κυκλώσει τον καταυλισμό, έβαζαν φωτιά και οι πολιορκημένοι προσπαθούσαν να στείλουν κάποιο για βοήθεια, έλεγε «Βαστάτε παληκάρια μου». Όταν κατέφθανε το ιππικό για να τους ελευθερώσει με εκείνη τη μουσική υπόκρουση, έλεγε ανακουφισμένος «τώρα φωτιά στα μπατζάκια σας».
Όταν ο Τζων Γουέην έπεσε σε παγίδα και μια σφαίρα του τρύπησε το καπέλο, η άλλη κτύπησε στο βράχο που κρυβόταν μπροστά στο πρόσωπό του και ήταν σε δύσκολη θέση, μερικές φώναζαν «θα τον ξεκάνουν τον κουρούνη». Τότε γίνεται διακοπή, ανάβουν τα φώτα, και η μάνα του Δημητράκη και του Νίκου, η θεία Αρετή, λέει λόγω πείρας «Μην κάνετε έτσι, δεν ξέρετε ότι ο πρωταγωνιστής δεν σκοτώνεται στην αρχή του έργου».
Στη Μανταλένα με τη Βουγιουκλάκη έγινε χαμός: ως και ο Παπαμανώλης με τον πρόεδρο Κοινότητας Βασίλη Αρίφη πήγαν να τη δουν. Όλοι θυμόμαστε τον Παντελή Ζέρβο ως Παπαφώτη να ρίχνει το σταυρό στα Θεοφάνεια, στα πόδια της Μανταλένας και ότι είναι θαύμα για να πηγαίνουν με τη βάρκα της. Την άλλη ημέρα που πήγαν στο ζαχαροπλαστείο του Ψαρρονικολή για καφέ και κοπενχάι το σπεσιαλιτέ της Μαργαρίτας, ρώτησε ο πρόεδρος τον παπά: «Κάνεις και εσύ τέτοιες ιστορίες για να βοηθήσεις φτωχά και ορφανά;» και αυτός με χαμόγελο «κάνω και περισσότερα». Ωραίοι άνθρωποι σε ωραίες εποχές!