ΞΕΧΑΣΑ ΤΟΝ ΤΡΙΑΔΑΚΗ

Όπως έχω ξαναγράψει με το πυροφάνι τα παλιά χρόνια, εκτός από την διασκέδασή σου εξοικονομούσες και το φαγητό σου.
Τότε ο όρμος των Βατίκων ήταν θαλασσινός παράδεισος, και τι δεν είχε: ψάρια όλων των ειδών, χταπόδια, καλαμάρια, σουπιές, στρείδια, καβούρια, πίννες, αχινούς, πεταλίδες, μέχρι και κολλατσιές. Πολλά από τα πάρα πάνω έχουν πλέον εξαφανιστεί, όπως οι πίννες που ήταν δάσος από το λιμανάκι μέχρι το Ελαφονήσι. Τις ανοίγαμε και είχαν μέσα το καβουράκι χωρίς κέλυφος και το πεντανόστιμο γουλί τους.
Ο μπάρμπα Κώστας ο Ντιντής ήταν από τους καλύτερους στο πυροφάνι και πάντοτε έφερνε καλές ψαριές.
Αρχές της 10ετίας του 1950 πήγαινε τακτικά παρέα με τον Τριάδη το Μεϊμέτη που ήταν 15-16 χρονών. Ένα βράδυ μετά το κλείσιμο του μπακάλικου του ξεκίνησαν. Ήταν Δεκέβρης, παραμονές γιορτών, όπως τώρα έτσι και τότε το χαρτάκι ήταν στην ημερήσια διάταξη. Τα βράδυα στα καφενεία και στα σπίτια έπαιζαν, φυσικά ψιλοπαρτίδες αφού δεν υπήρχαν χρήματα.
Κατά τις έντεκα η βάρκα γύρισε και έπρεπε να την σύρουν στη στεριά. Πλεύρισαν στην ξύλινη προβλήτα, βγήκε ο Ντιντής έξω και λέει στον Τριάδη «Πήγαινε τη βάρκα στο κυμοθάλασσο, κράτησε την απίκο και εγώ πάω στο καφενείο να βρω άτομα για να τη σύρουμε.»
Θα πρέπει εδώ ν’ αναφέρω ότι ήταν κανόνας απαράβατος, όταν σου ζητούσαν βοήθεια να τραβήξουν βάρκα ή καΐκι έξω, έπρεπε να πας οπωσδήποτε.
Άλλοι έβαζαν τα φαλάγκια, άλλοι αγαντάριζαν από τα πλάγια και άλλοι τραβούσαν το σχοινί που ήταν δεμένο στο κοράκι. Ολόκληρη επιχείρηση.
Ο Μανώλης ο Δρακάκης είχε το καφενείο του στου Κώστα του Παπούλη, στο σημερινό Σεκρέτο.
Στο πίσω μέρος υπήρχε μικρό δωμάτιο που εκεί έπαιζαν 5-6 άτομα πόκα. Μόλις είδαν τον Ντιντή, λένε: βγάλτου φύλλα να παίξει στην παρέα μας.
«Εγώ ήλθα για να πάμε να σύρουμε τη βάρκα.»
« Θα παίξουμε λίγο και θα πάμε όλοι μαζί.»
Κάθισε αυτός: η μια χαρτοσιά έφερε την άλλη και ξεχάστηκε η βάρκα. Μετά από δυο περίπου ώρες ο μπαρμπα Κώστας βάζει τις φωνές «Βρε παιδιά, ξεχάσαμε τον Τριαδάκη!
Τρέχουν όλοι μαζί στην παραλία εκεί κάτω από το σημερινό άγαλμα του Ναύτη και βρίσκουν τον Τριάδη να κρατά τη βάρκα απίκο για σύρσιμο.
Έτσι έχει η ιστορία αυτή που την θυμόμαστε οι παλιοί στις παρέες μας.

Άλλωστε ό, τι έλεγε ή έκανε ο Ντιντής έμενε ιστορικό, όπως το παρακάτω, όταν ο Γερο Σούκος έφερε το πρώτο μεγάλο επαγγελματικό ψυγείο στο ψαράδικό του στου Πάνου του Βατίστα που σήμερα είναι το Τζιβαέρι. Έκανε κάτι έξυπνο. Έβαλε τον ντελάλη της Νεάπολης (Μήτσο Ανδρεάκο) να φωνάξει ότι όσοι έχουν κρέατα, ψάρια, τυριά κ.λπ. να τα πάνε να τους τα κρατήσει μερικές ημέρες.
Ώσπου να τελειώσει ο ντελάλης, ο μπάρμπα Κώστας πηγαίνει για το ψυγείο ένα δέμα τυλιγμένο με εφημερίδες και γραμμένο με τ’ όνομά του. «Πάρτο Παναγιωτάκη και θα το πάρω αργότερα. «Πότε;» του λέει αυτός «και τι έχει μέσα;». Έχω κεριά που χαλάνε με τη ζέστη και θα τα πάρω κατά τον Σεπτέμβρη. Έγινε χαμός από τα γέλια.
Έκανε πολλά βραδάκια παρέα με τον Ντιντή και τον Αχιλλέα Βραϊμάκη στο παραλιακό ταβερνάκι του Λάμπη Γαβρίλη και άκουγα διάφορες ιστορίες.
Λέγανε για το ψάρεμα, για το τι είχανε περάσει στο στρατό και άλλα πολλά.
Ο Ντιντής ήταν στη Μικρασιατική Καταστροφή και γλίτωσε στο τσακ, όταν πρόλαβε να μπει σε καράβι λίγα λεπτά πριν καταφθάσουν οι Τούρκοι. Ο Αχιλλέας στον πόλεμο υπηρετούσε στο Ναυτικό και με την υποχώρηση του Στόλου βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου εντάθηκαν στο Συμμαχικό Στόλο.
Συμμετείχε σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και τιμήθηκε στο τέλος του πολέμου. Από εκεί είναι και η ιστορία που μας διηγήθηκε. Ήταν άνοιξη του 1943, ο πόλεμος ακόμα δεν είχε κριθεί. Απογευματάκι η παρέα, όλοι Έλληνες, είχαν έξοδο για να πάνε σε κάποιο μαγαζί της παραλίας. Μαζί τους ήταν και ένας ναύτης από την Κέρκυρα που ήξερε από μουσική, όπως και όλοι οι Επτανήσιοι. Έπαιζε και σε μπάντα. Ένα κατάστημα κοντά στην παραλία, πουλούσε μουσικά όργανα, πιάνα, ακορντεόν κ.λπ. Ο Κερκυραίος τους σταμάτησε και τα κοιτούσε με λαχτάρα. Ειδικά τα βιολιά και τα ακορντεόν. Ο καταστηματάρχης άκουσε που μιλούσαν ελληνικά και τους είπε να περάσουν μέσα, διότι όπως τους εξήγησε, η γιαγιά του ήταν Ελληνίδα. Ο Κερκυραίος πήρε θάρρος και του λέει «μπορώ να παίξω βιολί;».
«Άμα ξέρεις, κούρδισέ το και παίξε.»
Κάθισε σε μια καρέκλα έξω από το μαγαζί και άρχισε να παίζει ελληνικά. «Εδώ σ’ αυτή τη γειτονιά την παρά πάνω ρούγα», «Αιγιώτισσα», «Λεμονάκι Μυρωδάτο» και άλλα. Έπαιξε το ακορντεόν. Σε λίγο συγκεντρώθηκαν τόσοι Έλληνες, άντρες, γυναίκες, παιδιά, που έγινε χαμός, χορεύανε σε τρεις κύκλους, μέχρι αργά το βράδυ. Σωστό πανηγύρι, γέλια, κλάματα και πολλή συγκίνηση. Μας το διηγείτο ο Αχιλλέας και έκλαιγε, όπως και εμείς που τον ακούγαμε.

Γρηγόρης Σταθάκης

παραλία Νεάπολης 12