H σημαία της θεια Γωγώς

 

Ήταν πρωί εορτή Αγ. Τριάδας του 1973. Η Νεάπολη στις δόξες της. Ο πρόεδρος της κοινότητας Παναγ. Αλεξανδράκης είχε καλέσει στον εορτασμό όλες τις υπηρεσίες του νομού. Εκτός φυσικά των βουλευτών, αφού δεν υπήρχαν τότε. Αρκετές φορές ερχότανε και άγημα στρατιωτών από το ΚΕΕΜ Σπάρτης. Είχε επιβάλλει γενικό σημαιοστολισμό όπως τις εθνικές εορτές και άσπρισμα όλων των πεζοδρομίων. Τότε το κάθε μαγαζί και ειδικά αυτά της παραλίας, κάθε Σάββατο βράδυ άσπριζαν. Αρκετοί θα θυμόμαστε το Γιώργο Διακόπουλο (Σμπεράκο) που έκανε μέχρι μαργαρίτες στην άσφαλτο μπροστά στο μαγαζί του, δυτικά της γέφυρας.

Έτσι γύρω στις οκτώ ο θείος μου ο Γιώργος Μπιλλίνης (Νταβέλης) σήκωνε τη σημαία στο σπίτι του. Εκείνη την ώρα περνούσαν από τη γέφυρα ο αστυνόμος της Νεάπολης με τον διοικητή  χωροφυλακής Λακωνίας, που ήταν καλεσμένος στη γιορτή. Πήγαιναν στα γραφεία της αστυνομίας που τότε στεγαζότανε στο ισόγειο του Νικ. Κοτσώνη.

Σταματούν και ο διευθυντής λέει στο Μπιλλίνη να μη σηκώσει τη σημαία με τον σταυρό στη μέση, αλλά αυτή με τις λωρίδες (θαλάσσης) που έχει με διάταγμα καθιερωθεί ως επίσημη σημαία. Τους είπε ότι δεν έχει και συμφώνησαν να την κατεβάσει.

Έτσι την πήρε με το κοντάρι μέσα στο σπίτι και έφυγε για την εκκλησία.

Η γυναίκα του η θεια Γωγώ μετά από λίγο βλέπει τη σημαία, δίπλα στην μπαλκονόπορτα και νομίζοντας ότι ο άντρας της ξέχασε να την σηκώσει την τοποθέτησε στο Μπαλκόνι.

Γυρίζοντας ο αστυνόμος με το διοικητή για την παραλία και την εκκλησία βλέπουν τη σημαία να κυματίζει με το βοριαδάκι που φυσούσε.

Τότε λέει ο διευθυντής στον αστυνόμο: Αυτός εκεί μας έκανε πλάκα, την κατέβασε και μόλις φύγαμε τη σήκωσε, γράφτον. Έτσι μετά από λίγες ημέρες τους πήγε κλήση να παρουσιαστούν στο πταισματοδικείο Γυθείου που θα συνεδρίαζε στο κοινοτικό γραφείο Νεάπολης τον Οκτώβριο.

Ο Πανταζής που παρέλαβε την κλήση του πατέρα του έβραζε, αλλά Χούντα τότε δεν μπορούσε να μιλήσει.

Έφτασε η ημέρα της δίκης και από περιέργεια μαζεύτηκε αρκετός κόσμος. Η θεία μου η Γωγώ είχε έλθει από τις οκτώ στο γραφείο μου όλο αγωνία και να συμφοριάζεται, διότι αυτή σήκωσε τη σημαία, χωρίς να ξέρει τι είχε προηγηθεί. Συνέχεια να λέει: Τι σου κανα Γιώργο μου η κουτρούλα, δεν μου κοβόντουσα τα χέρια. Όπως είχε καθήσει με την  πλάτη της προς την πόρτα, την είχαν δει τα κεντέρια ο Σταύρος ο Δουμάνης (κουρέας) με το Νίκο Μπιλλίνη (Μπούρμπουλα) πήγαν κοντά της και συζητούσαν δυνατά ώστε να τους ακούσει ότι από όλους τους κατηγορούμενους ο Νταβέλης την έχει πολύ άσχημα διότι με την σημαία και την αστυνομία δεν είναι να παίζεις σήμερα.

Τον ακούει η θεια Γωγώ και τον ρωτάει: Πες μου βρε Νίκο εσύ που ξέρεις θα τον πάνε φυλακή στο Γύθειο; Εγώ τον πήρα στο λαιμό μου, θα πάω να τους το πω.

Ειρηνοδίκης ήταν ο Σωτήρης Φωτόπουλος, ευγενέστατος και δίκαιος,και κατήγορος ο αστυνόμος που είχε κάνει τη μήνυση, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι το διάταγμα που καθιέρωσε ως επίσημη σημαία αυτή της θαλάσσης ήταν από το 1970 και άγνοια νόμου δεν δικαιολογείται, ότι τους κορόιδεψε, τους είπε ότι δεν την σηκώνει κι όταν έφυγαν την σήκωσε.

Ο ειρηνοδίκης προβληματισμένος με αυτά που ισχυρίζετο ο αστυνόμος εκάλεσε τον κατηγορούμενο να απολογηθεί.

Τότε ο Μπιλλίνης σηκώθηκε ψύχραιμος με την ωραία του εμφάνιση, σοβαρός και με σταθερή φωνή λέει: Εγώ κύριε Πρόεδρο αυτά που λέει ο κύριος αστυνόμος περί διατάγματος κ.λ.π. δεν τα καταλαβαίνω, δεν σήκωσα καμιά τουρκική σημαία την ελληνική σήκωσα, γι’ αυτήν πολέμησα το 1940 και υπηρέτησα πέντε χρόνια.

Έτσι αθωώθηκε πανηγυρικά και η θεια μου η Γωγώ μάς φιλούσε όλους από τη χαρά της.

Την ιστορία αυτή την θυμήθηκα βλέποντας εκπομπές στην τηλεόραση με την συμπλήρωση 50 χρόνων από την 21η Απριλίου 1967.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθώ στη θεια μου. Πόσο ωραίος άνθρωπος ήταν. Κοινωνική, αγαπητή σε όλους-έξω καρδιά, όλοι την αγαπούσαμε και πολλές ατάκες της έχουν μείνει στην ιστορία. Ο καημός της ήταν που δεν παντρευόταν ο Πανταζής της.

Έτσι όταν ο Χρόνης Δερμάτης παντρεύτηκε τη γυναίκα του τη Βιβή, ωραία-καλή κοπέλα και με προίκα, κόρη του Κεφαλονίτη Γεράσιμου Γαρμπή τροφοδότη καραβιών είπε το ιστορικό: Για τον Δερματάκο φύξησε Γαρμπής (νοτιοδυτικός άνεμος) για τον Πανταζή μου χάθηκε ένας Πουνέντης;

Τότε ήταν συνηθισμένο ορισμένοι γάμοι να έχουν γίνει μετά από πίεση στο γαμπρό από τους συγγενείς της νύφης αλλά και της αστυνομίας. Τότε είχε πει: Να το κάνανε έτσι και του Πανταζάκη μου, τι καλά που θα ‘τανε.

Μια φορά ήτανε στο μαγαζί τους, εκεί που σήμερα είναι το βιβλιοπωλείο της Πόπης Σταθάκη. Ένα ζευγάρι που μόλις είχε αρραβωνιαστεί, είχε κατέβει στην Νεάπολη για να παραγγείλει βέρες στου Μίμη του Σαραντίτη, μαζί με την μητέρα της νύφης.

Τους σταματά και τους εύχεται τα σχετικά. Ύστερα τους λέει: Θα ήθελα παιδιά μου να μου πείτε ποιος έκανε αυτό το ωραίο προξενιό. Ο Θεός και η Παναγία, λέει η πεθερά και ο γαμπρός με αφέλεια: Σιγά να μη-μία καμπίτισα το έκανε.

Έτσι ήταν η παλιά Νεάπολη που γνώρισα με ωραίους και αγνούς ανθρώπους που λίγο-λίγο φεύγουν. Εμείς όμως θα τους θυμόμαστε πάντα.