Η εκτίμηση των κρεμμυδιών

Ο Κωσταντής Καταγάς (δεξιά) και ο Γρηγόρης Σταθάκης, επί ετών γραμματέας της Κοινότητας Βοιών, στο καφενείο του Σπύρου Βλάχου που βρισκόταν στο σημερινό μανάβικο του Θοδωρή Παπούλια.

Το κρεμμύδι των Βατίκων έχει από παλιά τη δική του ιστορία. Μπορεί πολλές από τις δυσκολίες του να έχουν ξεπεραστεί, το κέρδος όμως των παραγωγών του κάθε χρόνο είναι λαχείο. Εκτός από τις αρρώστιες που τις καταπολέμησαν σήμερα (φύρα-σάπισμα κλπ) η μεταφορά στον τόπο κατανάλωσης που γινότανε μόνο με ζώα και εργάτες – τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και δρόμοι- ήταν οδύσσεια. Τα εμποροκάικα που θα τα πήγαιναν στον Πειραιά, Καλαμάτα κλπ. ήταν μικρά, 30-40 χιλιάδες οκάδες και ταχύτητα 5-6 μίλια. Έπρεοε να πλευρίσουν σε κατάλληλο σημείο στο Ζόμπολο – Μάγγανο – Νερατζιώνα για να φορτώσουν εφόσον το επέτρεπε ο καιρός. Από εκεί στα πλοία στον ώμο, ή με μαδέρι που δεν βρέχονταν οι εργάτες στην καλύτερη περίπτωση.

Είμαστε στις αρχές της 10ετίας του 1950. Τα μαγκανοπήγαδα λίγο – λίγο έχουν παραχωρήσει τη θέση τους στις πετρελαιομηχανές. Η καλλιέργεια έχει πολλαπλασιαστεί, αφού η άντληση του νερού γίνεται πια από αρκετό βάθος. Επειδή τότε είχαμε και την καλλιέργεια του φιστικιού που ήταν όλο το καλοκαίρι, αρκετοί θα νοσταλγούμε το θόρυβο αυτών των πετρελαιομηχανών. Άρχιζαν από ξημερώματα, σταματούσαν το μεσημέρι και από το απόγευμα μέχρι να νυχτώσει. Το κάθε εργοστάσιο είχε τον δικό του ήχο τον οποίο ξεχώριζαν από μακριά οι ειδικοί (Παπαθανάση – Μαλκότση – Χάλετ κλπ).

Τόσα χρόνια που το κρεμμύδι μας είναι από τα βασικά προϊόντα μας, έχει συνδεθεί με διάφορες ιστορίες που ακούσαμε εμείς οι παλιοί και τις αναφέρω για να υπάρχουν. Αυτή με τον Κωσταντή Καταγά την άκουσα από τον ίδιο.

Είμαστε γύρω στο 1950. Οι έμποροι της Νεάπολης πραγματοποιούσαν συχνές συνεδριάσεις με θέματα τα προβλήματα των κρεμμυδιών. Τα κύρια προβλήματα ήταν η ποσότητα, η ποιότητα, η μεταφορά και διάθεσή τους στην Αθήνα κλπ. Σε μια συνεδρίαση στο ισόγειο του εμπόρου Γιώργη Μπιλλίνη (Νταβέλη), στην ποταμιά, είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί. Εισηγητής, όπως κάθε χρόνο, ήταν ο Πάνος Ι. Μανάκος. Μορφωμένος, σοβαρός, που με χαρακτηριστική ευγένεια έθετε τα θέματα. Φυσικά, το πρώτο θέμα ήταν της ποσότητας, δεύτερο της ποιότητας, κλπ. Μόλις είχαν τελειώσει το πρώτο, κάποιος από τους εμπόρους άφησε μια δυνατή πορδή , που προκάλεσε τα γέλια όλων. Τότε ο Λάμπης Μαζαράκης που είχε τη φήμη του ετοιμόλογου είπε: «Πάνο προχώρα στο τρίτο θέμα το δεύτερο τ’ ακούσαμε».

Για την ποσότητα και την ποιότητα συγκροτείτο εκτιμητική επιτροπή από δυο ή τρεις εμπόρους. Για πολλά χρόνια το ένα μέλος ήταν ο Πάνος Χ. Βατίστας, πατέρας του Λάμπη που είχε το ζαχαροπλαστείο στο κατάστημά του, που σήμερα είναι το ΤΖΙΒΑΕΡΙ. Ωραίος άνθρωπος, έξυπνος, που η γνώμη του μετρούσε, ήταν και ναυτικός πράκτορας. Έφυγε όμως πολύ νέος 46 χρόνων. Εκείνη τη χρονιά, δεύτερο μέλος ορίστηκε ο Κωσταντής Καταγάς (Ντιντής). Η συμφωνία ήταν να πάει ο Βατίστας με μια γαϊδούρα από τον πάνω δρόμο στο Βουρλωπό και να κατέβει προς Δρεπανιωτέικα – Νερατζιώνα – Μάγγανο. Ο Ντιντής το δρόμο από Λιμανάκι – Αυλοσπηλού –  Καταγέικα – Πικρή κλπ. με το γάιδαρο του Γιώργου Μπιλλίνη. Οι συστάσεις προς τους καβαλάρηδες ήταν να μη συναντηθούν τα ζώα. Ήταν αρχές Μαΐου και όπως λέει και το τραγούδι: «Να ‘μουν το Μάη γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλο το χρόνο κόκορας και γάτος το Γενάρη».

Έτσι, ένα πρωινό που ξεκίνησαν και έπρεπε σύμφωνα με την απόσταση ο Ντιντής να έχει φτάσει πέρα από το Νερατζιώνα, αυτός καθυστέρησε πολύ. Πέρα από το Λιμανάκι ήταν το σπίτι του εξαδέλφου του Παναγιώτη Καταγά (από αυτόν η τοποθεσία ονομάσθηκε Καταγέικα). Μόλις συναντήθηκαν τα ξαδέρφια, ο Παναγιώτης πήρε στο σπίτι του τον Ντιντή για καφέ. Ο καφές έγινε πίτα, κρασάκι κλπ., οπότε έμεινε αρκετά πίσω. Στο διάστημα αυτό ο Πάνος είχε περάσει όλο το Βουρλωπό και είχε φτάσει στα Δρεπανιωτέικα, πριν την τοποθεσία «ΒΑΡΚΕΣ». Εκεί ο γάιδαρος με τον Ντιντή στο σημείο αυτό συναντά τη γαϊδουρίτσα με τον Πάνο και αρχίζει η φασαρία.

Για αρκετή απόσταση ο γάιδαρος κυνηγάει και μυρίζεται τη γαϊδούρα, αυτή κλωτσάει, ο Πάνος φωνάζει του Ντιντή να τον συγκρατήσει, αυτός λέει ότι είναι θηρίο και δεν μπορεί. Πριν ο γάιδαρος καβαλήσει τη γαϊδούρα, ο Πάνος ίσα που πρόλαβε να πηδήσει και όπως ήταν υψηλός την έβγαλε καθαρή, ενώ ο Ντιντής είχε πέσει λίγο πριν σ’ ένα σκίνο.  Τα ζώα τα έπιασαν αργότερα Καμπίτες στην παραλία του Νερατζιώνα. Έτσι έληξε άδοξα η αποστολή της επιτροπής.

Μια άλλη ιστορία με τα κρεμμύδια είναι αυτή που έγραψε ο αείμνηστος Δικηγόρος Λάμπης Φουρναράκης, στο ΛΑΚΩΝΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ το 1965, Ήταν η εποχή που τα Βατικιώτικα ψαροκάικα έφταναν και πάνω από την Εύβοια. Σε κάποια ταβέρνα της Βάθειας έτρωγε μία παρέα από Σκοπελίτες, ένας από αυτούς έβγαλε ένα ωραίο κρεμμύδι Βατικιώτικο και αφού δεν είχαν σουγιά να το κόψουν, φώναξαν δυνατά στον Ταβερνιάρη: « Φέρε μας ένα μαχαίρι γρήγορα να σφάξουμε τον άτιμο τον Βατικιώτη. Εκείνη τη στιγμή ένας ψαράς από τα μέρη μας πήγαινε και αυτός να φάει. Ήταν λίγο αγαθούτσικος και ακούγοντας την φοβέρα και νομίζοντας ότι το είπαν γι’ αυτόν το έβαλε στα πόδια πανικόβλητος.

Πριν από μερικά χρόνια κάποιος Ρομά πουλούσε στην Αγορά της Χαλκίδας κρεμμύδια που ήταν Θηβαίικα. Είχε ακούσει για τα Βατικιώτικα και φώναζε κρεμμύδια από το Βατικανό. Όταν τον ρώτησαν που είναι αυτό, τους είπε κοντά στην Πελοπόννησο.

Τέλος, θέλω να συγχαρώ τον σύνδεσμο τον Σύνδεσμο Νεαπολιτών για την προσπάθεια που κάνει τελευταία χρόνια, ειδικά με τις καλοκαιρινές εκδηλώσεις για την διαφήμιση του Βατικιώτικου κρεμμυδιού και φυσικά όλους που συμμετέχουν σ’ αυτή.